30 Οκτωβρίου 1944: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης από τους ναζί

Θεσσαλονίκη ναζί

Σαν σήμερα η πόλη έγινε και πάλι ελεύθερη κι ελληνική

Σαν σήμερα, στις 30 Οκτωβρίου 1944 τα ναζιστικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Θεσσαλονίκη με τον αέρα της ελευθερίας και της δημοκρατίας να επιστρέφει στον τόπο.

Το τελευταίο δεκαήμερο του Οκτώβρη 1944 και ενώ η Αθήνα έχει ήδη ελευθερωθεί από στις 12 Οκτωβρίου όλες οι κινήσεις των Γερμανών έδειχναν ότι οι κατοχικές Δυνάμεις ετοιμάζονταν να αποχωρήσουν από τη Θεσσαλονίκη και από την Ελλάδα. Ο Λεωνίδας Γιασημακόπουλος, όμηρος του ναζιστικού στρατοπέδου Παύλου Μελά από το 1941 έως τις 20 Οκτωβρίου 1944, περιγράφει πως στις 28 του μηνός οργανώθηκε μια μεγαλειώδης συγκέντρωση μπροστά στο σχολείο του Αγ. Θεράποντος για να γιορτασθεί η επέτειος της κήρυξης του ελληνοϊταλικού πολέμου. «Ο όγκος του πλήθους, ο γενικός ενθουσιασμός που επικρατούσε στη συγκέντρωση, η οποία γινόταν ενώ ακόμη οι Γερμανοί ήταν μέσα στη Θεσσαλονίκη, με ηλέκτρισε». Το βράδυ της 29ης προς την 30η, ημέρα Δευτέρα, τα γερμανικά μηχανοκίνητα όλη τη νύχτα εγκατέλειπαν την πόλη «σε δυο στοίχους με οχήματα που προς το τέλος της ουράς γίνονταν κάρα και καροτσάκια, υποζύγια και γαϊδουράκια. Οι Γερμανοί έφευγαν από όλα τα στρατόπεδα τους, οδεύοντας μέσα από την πόλη προς το σιδηροδρομικό σταθμό και γενικά δυτικούς προορισμούς, με στόχο τα παλαιά σύνορα». Λίγο πριν την αποχώρηση τους ανατίναξαν το μεγάλο λιμενοβραχίονα του λιμανιού και κατέστρεψαν τα μηχανήματα και τις εγκαταστάσεις του σιδηροδρομικού σταθμού. Δεν πρόλαβαν να κάνουν το ίδιο και με τα δύο εργοστάσια ηλεκτρισμού, τους αλευρόμυλους Αλατίνη και τις τηλεπικοινωνιακές εγκαταστάσεις στην οδό Εδμόνδου Ροστάν, αν και είχαν υπονομευθεί για να ανατιναχθούν. Ο Μανώλης Γκουνάγιας, που γεννήθηκε το 1935 στη Θεσσαλονίκη, διηγείται στο news247.gr πως οι κάτοικοι της οδού 25ης Μαρτίου εκείνες τις μέρες είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. «Δεν ήμασταν σίγουροι αν έχουν φύγει από τη γειτονιά μας. Το συζητούσαμε, αλλά βουβά. Κάποια στιγμή ακούσαμε φωνές και πυροβολισμούς. Βγήκαμε έξω και ακούσαμε ξεκάθαρα τις φωνές “φεύγουν… έφυγαν!”. Ο κόσμος ακόμα ήταν παγωμένος, δεν το πίστευαν. Την άλλοι μέρα, ξεθαρρεμένοι οι γείτονες συναντιόταν κι εύχονταν Χριστός Ανέστη. Έτσι λοιπόν βγήκαμε και εμείς οι μικροί και χαζεύαμε τους μεγάλους που χαίρονταν σαν παιδιά για την υποχώρηση των Γερμανών». Θυμάται ξεκάθαρα τον κόσμο που είχε μαζευτεί στη Μαρτίου, τις ζητωκραυγές και τα θριαμβικά αντάρτικα τραγούδια. «Ο κόσμος στριμώχτηκε στα πεζοδρόμια. Κατέβαιναν από τον Χορτιάτη οι αντάρτες σαν απελευθερωτές. Περίμενα πως θα έβλεπα καβαλάρηδες αρματωμένους με χιαστί τα φυσεκιλίκια, καμαρωτούς πάνω σε ζωηρά άλογα. Αντιθέτως, είδα ανθρώπους κουρασμένους, αδύνατους, αξύριστους, πάνω σε αδύνατα ταλαιπωρημένα άλογα. Ανάμεσα τους ήταν και η γειτόνισσα μου Αλίκη Βέτα, δικηγόρος και μία από τις λίγες γυναίκες αντάρτισες. Καβαλούσε το άλογό της και ήταν σαν αμαζόνα –αυτό το προσωνύμιο της είχε μείνει. Εκτελέστηκε τον Μάιο του 1948 στο Γεντί Κουλέ, μαζί με άλλους 10 κομμουνιστές».
Διαβάστε επίσης
Θεσσαλονίκη: Στην "Αρωγή" θα μεταφέρονται ασθενείς με κορονοϊό
Την ίδια ημέρα, λίγο μετά το μεσημέρι, ο Μάρκος Βαφειάδης έστειλε στο Γενικό Στρατηγείο του Ε.Λ.Α.Σ. ένα τηλεγράφημα που άρχιζε ως εξής: «Τμήματά μας εισήλθον Θεσσαλονίκην σήμερον 3ην μετά μεσημβρίαν. Λαός Θεσσαλονίκης έξαλλος από ενθουσιασμόν διατρέχει οδούς πόλεως εναγκαλιζόμενος αντάρτες». Όπως σημειώνουν οι Βασίλης Γούναρης και Πέτρος Παπαπολυβίου στο βιβλίο τους : Ο φόρος του αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη, το ίδιο βράδυ πλήθος κόσμου εισέβαλε σε αποθήκες του λιμανιού και σε μεγαλοκαταστήματα του εμπορικού κέντρου και για μερικές ώρες «λαϊκές επιτροπές» μοίρασαν τα ελάχιστα τρόφιμα, ρουχισμό, υφάσματα δίνοντας και, «στιγμιαία έστω, κάποια ικανοποίηση για όσα υπέφερε ο ελληνικός λαός στη διάρκεια της γερμανικής κατοχής» . Ο Μανώλης Γκουνάγιας συζητώντας για την επόμενη μέρα αναφέρει πως πέρα από τις πρακτικές αλλαγές άλλαξε και η ψυχολογία του κόσμου. Διευκρινίζει όμως πως «για μένα που ήμουν μικρός δεν άλλαξαν και πολλά. Θυμάμαι χαρακτηριστικά πως κατά τη διάρκεια της κατοχής απέναντι από το σπίτι μας ήταν η Αστυνομία. Εμείς τότε στο σπίτι είχαμε ένα τάβλι και μου φωνάζανε να τους το πάω να παίξουν. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί έφυγε και η Αστυνομία από ‘κει και ήρθε η Πολιτοφυλακή και με τη σειρά τους ήταν αυτοί που μου φώναζαν να τους πάω το τάβλι του πατέρα μου».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *